← Μεγάλες περιπέτειες 8–12

ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗ ΡΩΓΜΗ · Βιβλίο Πρώτο

Το Δέκατο Τρίτο Σκαλοπάτι

Μια σκάλα που αλλάζει αριθμό. Ένας βόμβος πίσω από τους τοίχους. Τρία λεπτά που λείπουν από τον χρόνο.

Όταν ο Άκης, η Μάγια και ο Νόα ανακαλύπτουν ότι οι «ραφές» του κόσμου μπορούν να ανοίξουν, ένα παράξενο σήμα και ο μικρός Nim τούς οδηγούν σε μυστικά που έπρεπε να έχουν μείνει κλειστά. Κάθε απάντηση φέρνει μια νέα ερώτηση — και πίσω από το δέκατο τρίτο σκαλοπάτι περιμένει ένας κόσμος που κανείς τους δεν είναι έτοιμος να αντικρίσει.

Το πρώτο βιβλίο της σειράς Πέρα από τη Ρωγμή είναι μια γρήγορη περιπέτεια μυστηρίου και φαντασίας, με δυνατή φιλία, χιούμορ, γρίφους και κεφάλαια που κλείνουν τη στιγμή που θέλεις να μάθεις λίγο ακόμη.

Ηλικία8–12 ετώνΔιαθέσιμα28 κεφάλαια + ΕπίλογοςΕίδοςFantasy · Μυστήριο

Διαθέσιμα κεφάλαια

Διάλεξε πού θέλεις να μπεις στην ιστορία

Κεφάλαιο 1 από 28 · ΜΕΡΟΣ Α΄

Το παραπάνω σκαλοπάτι

«Μερικές φορές το παραπάνω βήμα δεν σε οδηγεί ψηλότερα, αλλά αλλού.»
Χρόνος ανάγνωσης περίπου 13 λεπτά

Η σκάλα είχε δώδεκα σκαλοπάτια.

Ο Άκης το ήξερε καλά, όχι επειδή είχε κάποιον ιδιαίτερο λόγο να το θυμάται, αλλά επειδή την είχε ανεβοκατεβεί τόσες φορές ώστε το σώμα του σχεδόν γνώριζε μόνο του την απόσταση μέχρι το πλατύσκαλο. Δώδεκα σκαλοπάτια όταν έτρεχε βιαστικά πριν χτυπήσει το πρώτο κουδούνι, δώδεκα όταν κατέβαινε δύο δύο παρά τις φωνές της κυρίας Ελένης να προσέχει, δώδεκα ακόμη κι όταν περπατούσε αφηρημένος συζητώντας με τη Μάγια και τον Νόα.

Ήταν ένα από εκείνα τα μικρά πράγματα που δεν χρειάζεται να σκέφτεσαι για να είσαι βέβαιος γι’ αυτά.

Δώδεκα.

Εκείνο το μεσημέρι όμως ήταν δεκατρία.

Το σχολείο είχε σχεδόν αδειάσει. Το τελευταίο κουδούνι είχε χτυπήσει πριν από λίγα λεπτά και οι διάδρομοι, που ως τότε ήταν γεμάτοι φωνές, τσάντες που χτυπούσαν στις καρέκλες και παιδιά που έτρεχαν προς την έξοδο, είχαν βυθιστεί σε μια ασυνήθιστη ησυχία. Έξω έβρεχε από το πρωί και το γκρίζο φως του φθινοπωρινού ουρανού περνούσε από τα ψηλά παράθυρα χωρίς να φωτίζει πραγματικά το εσωτερικό. Οι σταγόνες κυλούσαν πάνω στα τζάμια σχηματίζοντας μικρά μονοπάτια, ενώ κάθε τόσο ο άνεμος έσπρωχνε ένα βρεγμένο φύλλο πάνω τους και το κρατούσε εκεί για λίγα δευτερόλεπτα πριν το παρασύρει ξανά.

Ο Άκης, η Μάγια και ο Νόα είχαν επιστρέψει στον πρώτο όροφο για ένα τετράδιο που είχε μείνει κάτω από το θρανίο του.

Τουλάχιστον γι’ αυτό πίστευαν πως είχαν μείνει πίσω.

— Έρχεσαι; φώναξε η Μάγια από το πλατύσκαλο.

Ο Άκης δεν απάντησε. Είχε σταματήσει στη μέση της σκάλας με το ένα πόδι ελαφρά σηκωμένο και κοιτούσε μπροστά του. Για μια στιγμή σκέφτηκε ότι ίσως είχε αφαιρεθεί ή ότι το μισοσκόταδο τον ξεγελούσε, όμως όσο περισσότερο κοιτούσε τόσο πιο βέβαιος γινόταν πως κάτι δεν ήταν όπως έπρεπε.

Από το βάθος του διαδρόμου ακούστηκε μια πόρτα να κλείνει. Ο ήχος ταξίδεψε μέσα στο άδειο κτίριο και έσβησε αργά, αφήνοντας πίσω του μόνο τη βροχή.

Ο Άκης κατέβασε το πόδι του.

— Ένα.

Ο Νόα, που στεκόταν δύο σκαλοπάτια χαμηλότερα, αναστέναξε.

— Μη μου πεις ότι θα τα μετρήσεις.

Ο Άκης άρχισε να ανεβαίνει ξανά, αυτή τη φορά κοιτάζοντας τα πόδια του.

— Δύο, τρία, τέσσερα...

— Το τετράδιό σου ψάχνουμε. Δεν έχουμε χαθεί σε βουνό.

Ο Άκης τον αγνόησε.

— Δέκα, έντεκα, δώδεκα.

Σήκωσε το πόδι για να πατήσει στο πλατύσκαλο. Αντί γι’ αυτό, το παπούτσι του ακούμπησε σε μάρμαρο.

Σταμάτησε.

Το σκαλοπάτι βρισκόταν ακριβώς μπροστά του και, αν δεν ήξερε με απόλυτη βεβαιότητα ότι δεν υπήρχε, δεν θα είχε κανέναν λόγο να το προσέξει. Ήταν φτιαγμένο από το ίδιο γκρίζο μάρμαρο με τα υπόλοιπα, με τις ίδιες φθαρμένες άκρες και τις μικρές ανοιχτόχρωμες γραμμές που είχαν δημιουργηθεί με τα χρόνια. Δεν έλαμπε, δεν ξεχώριζε και δεν έμοιαζε με κάτι που είχε εμφανιστεί ξαφνικά. Έμοιαζε σαν να βρισκόταν εκεί από πάντα.

— Δεκατρία, είπε χαμηλά.

Η Μάγια έσκυψε λίγο προς το μέρος του.

— Τι είπες;

Ο Άκης σήκωσε τα μάτια.

— Υπάρχει ένα παραπάνω.

Ο Νόα ανέβηκε κοντά του και κοίταξε τη σκάλα με εκείνη την έκφραση που έπαιρνε κάθε φορά που κάποιος έλεγε κάτι που θεωρούσε εντελώς παράλογο.

— Δεν υπάρχει παραπάνω σκαλοπάτι. Μέτρησες λάθος.

Ο Άκης τον κοίταξε.

— Ξέρω να μετράω μέχρι το δεκατρία.

— Χθες ήσουν σίγουρος ότι είχες τρεις μαρκαδόρους στην τσάντα σου και βρήκες πέντε.

Ο Άκης τον κοίταξε.

— Αυτό ήταν διαφορετικό.

— Ήταν ακριβώς δύο μαρκαδόροι διαφορετικό.

Η Μάγια γέλασε, όμως το γέλιο της κράτησε λίγο. Το βλέμμα της είχε ήδη επιστρέψει στη σκάλα.

Ο Άκης κατέβηκε ξανά ως τη βάση.

— Τώρα τι κάνεις; ρώτησε ο Νόα.

— Το ξαναμετράω.

Αυτή τη φορά δεν βιάστηκε. Πάτησε προσεκτικά στο πρώτο σκαλοπάτι και συνέχισε προς τα πάνω, ένα ένα, αισθανόμενος σχεδόν το κρύο μάρμαρο μέσα από τη σόλα του παπουτσιού του. Το φως που έμπαινε από το παράθυρο έκανε τις υγρές άκρες της σκάλας να γυαλίζουν και η μεταλλική κουπαστή ήταν παγωμένη κάτω από τα δάχτυλά του.

Ο Νόα μετρούσε κι εκείνος σιωπηλά. Ο Άκης το καταλάβαινε από τα χείλη του που κινούνταν ελάχιστα.

— Δέκα, έντεκα, δώδεκα.

Πάτησε στο πλατύσκαλο.

Δεν υπήρχε τίποτε άλλο.

Ο Άκης γύρισε απότομα. Η σκάλα κατέβαινε μπροστά του ακριβώς όπως κάθε άλλη μέρα, δώδεκα συνηθισμένα γκρίζα σκαλοπάτια, ακίνητα και τόσο γνώριμα που για μια στιγμή αισθάνθηκε ανόητος που είχε σταματήσει εξαιτίας τους.

— Είδες; είπε ο Νόα.

Ο Άκης δεν απάντησε αμέσως. Ήξερε τι είχε αισθανθεί κάτω από το πόδι του. Δεν είχε πατήσει στο κενό ούτε είχε παραπατήσει. Υπήρχε η σκληρή επιφάνεια του μαρμάρου, το ελάχιστο ανέβασμα του σώματός του, η αίσθηση ότι βρισκόταν ένα βήμα ψηλότερα απ’ όσο θα έπρεπε.

— Υπήρχε, είπε τελικά.

Ο Νόα σήκωσε τους ώμους, όμως η Μάγια δεν φάνηκε τόσο βέβαιη.

— Ας πάρουμε πρώτα το τετράδιο. Σε λίγο θα κλειδώσουν το σχολείο.

Προχώρησαν στον διάδρομο. Χωρίς τα παιδιά και τους δασκάλους, ο γνώριμος χώρος έδειχνε διαφορετικός. Οι ζωγραφιές πάνω στους τοίχους ήταν οι ίδιες που έβλεπαν κάθε μέρα, όμως μέσα στο αδύναμο απογευματινό φως τα χρώματα φαίνονταν πιο έντονα. Ένας κατακόκκινος ήλιος πάνω από μια πράσινη θάλασσα, ένα σπίτι με επτά καμινάδες, ένα τεράστιο γαλάζιο πουλί που πετούσε πάνω από βουνά. Οι λάμπες άναβαν καθώς περνούσαν και, λίγο αργότερα, έσβηναν ξανά πίσω τους με ξερά μικρά κλικ.

Ο Άκης γύρισε κάποια στιγμή να κοιτάξει. Ο διάδρομος ήταν άδειος. Δεν υπήρχε τίποτε παράξενο, κι όμως για πρώτη φορά του φάνηκε πολύ μεγαλύτερος απ’ όσο τον θυμόταν. Ίσως έφταιγε η ησυχία, ίσως το μισοσκόταδο ή ίσως απλώς εκείνο το επιπλέον σκαλοπάτι είχε κάνει κάθε γνώριμο πράγμα να μοιάζει λιγότερο βέβαιο.

Το τετράδιο βρισκόταν ακριβώς εκεί όπου το είχε αφήσει, κάτω από το θρανίο του.

Ο Νόα άνοιξε τα χέρια.

— Βρέθηκε ο χαμένος θησαυρός.

Ο Άκης έσκυψε και το έβαλε στην τσάντα.

— Τώρα μπορούμε να φύγουμε πριν αποφασίσεις να μετρήσεις και τα πλακάκια;

Η Μάγια χαμογέλασε, αλλά ο Άκης δεν απάντησε. Το μυαλό του είχε μείνει στη σκάλα και, όσο περισσότερο προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό του ότι είχε κάνει λάθος, τόσο λιγότερο το πίστευε.

Βγήκαν από την αίθουσα και άρχισαν να επιστρέφουν προς την έξοδο. Είχαν σχεδόν φτάσει στη στροφή του διαδρόμου όταν ο Άκης σταμάτησε τόσο απότομα, ώστε ο Νόα έπεσε πάνω του.

— Άκη!

Ο Άκης σήκωσε το χέρι.

— Σσσς.

Η Μάγια σταμάτησε κι εκείνη.

Για λίγες στιγμές δεν ακουγόταν τίποτα πέρα από τη βροχή. Ύστερα ο Άκης ξεχώρισε ξανά τον ήχο που τον είχε κάνει να σταματήσει. Ήταν ένας χαμηλός, σταθερός βόμβος, τόσο αδύναμος ώστε στην αρχή θα μπορούσε να τον μπερδέψει κανείς με κάποιον σωλήνα ή ένα ηλεκτρικό μηχάνημα που λειτουργούσε σε άλλη αίθουσα. Μέσα του όμως υπήρχε ένας δεύτερος, λεπτότερος τόνος, που ανέβαινε και κατέβαινε ανεπαίσθητα, πλησιάζοντας για λίγο τον πρώτο πριν απομακρυνθεί ξανά.

Ο Άκης έγειρε το κεφάλι.

— Το ακούτε;

Ο Νόα κοίταξε γύρω του.

— Τι πράγμα;

Η Μάγια δεν απάντησε αμέσως. Το βλέμμα της είχε στραφεί προς τη σκάλα.

— Κάτι ακούω κι εγώ.

Ο βόμβος δυνάμωσε ελάχιστα.

Ο Άκης έκανε ένα βήμα.

— Έρχεται από εκεί.

Ο Νόα τον έπιασε από το μανίκι.

— Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να πάμε προς τα εκεί.

— Θέλω να δω κάτι.

— Αυτό ακριβώς λένε πάντα οι άνθρωποι πριν κάνουν κάτι που μετά μετανιώνουν.

Ο Άκης χαμογέλασε χωρίς να σταματήσει. Ήξερε ότι το λογικό θα ήταν να βρουν κάποιον δάσκαλο, όμως κανείς δεν ήξερε αν είχε μείνει κάποιος στον επάνω όροφο και, κυρίως, δεν ήθελε να φύγει χωρίς να καταλάβει αν ο ήχος είχε σχέση με αυτό που είχε συμβεί στη σκάλα.

Όταν έφτασαν μπροστά της, ο βόμβος σταμάτησε. Η αλλαγή ήταν τόσο απότομη, ώστε η βροχή φάνηκε ξαφνικά πολύ πιο δυνατή. Το νερό κυλούσε στις υδρορροές και ο άνεμος πίεζε τα παράθυρα, όμως μέσα στο κτίριο επικρατούσε απόλυτη ακινησία.

Η Μάγια στάθηκε δίπλα στον Άκη.

— Δεν μου αρέσει αυτό.

Ο Νόα έγνεψε.

— Για μία φορά συμφωνούμε απόλυτα.

Ο Άκης κοίταξε τα σκαλοπάτια. Ύστερα πάτησε στο πρώτο.

— Ένα.

Η Μάγια αναστέναξε.

— Φυσικά.

Άρχισε να ανεβαίνει πιο γρήγορα. Στο έβδομο σκαλοπάτι ο βόμβος επέστρεψε, τόσο χαμηλός ώστε περισσότερο τον αισθάνθηκε μέσα στο κεφάλι του παρά τον άκουσε. Στο ένατο ο δεύτερος τόνος έγινε καθαρότερος. Όταν έφτασε στο ενδέκατο, η μεταλλική κουπαστή έτρεμε ελαφρά κάτω από την παλάμη του.

Ο Άκης σταμάτησε στο δωδέκατο. Μπροστά του βρισκόταν το πλατύσκαλο. Τίποτε άλλο.

Ο Νόα άφησε την ανάσα που κρατούσε.

— Ωραία. Τελειώσαμε.

Ο Άκης δεν κουνήθηκε. Κάτι είχε αλλάξει, μόνο που στην αρχή δεν μπορούσε να καταλάβει τι. Το πλατύσκαλο έμοιαζε να βρίσκεται λίγο πιο μακριά απ’ όσο πριν, μια μικρή διαφορά που θα μπορούσε να είναι παιχνίδι της προοπτικής, αν δεν μεγάλωνε μπροστά στα μάτια του.

Η απόσταση ανάμεσα στο τελευταίο σκαλοπάτι και στο πλατύσκαλο άνοιξε αργά. Δεν ακούστηκε κανένας κρότος και δεν υπήρξε καμία λάμψη. Ο χώρος απλώς μετακινήθηκε, σαν δύο πράγματα που ως τότε ακουμπούσαν το ένα στο άλλο να απομακρύνονταν για πρώτη φορά.

Και μέσα στο κενό εμφανίστηκε ένα ακόμη σκαλοπάτι. Γκρίζο μάρμαρο, φαγωμένες άκρες, ίδιο με τα υπόλοιπα.

Ο Άκης ένιωσε την αναπνοή του να κόβεται.

— Το βλέπετε;

Αυτή τη φορά κανείς δεν αμφισβήτησε όσα έλεγε. Η Μάγια είχε μείνει ακίνητη και ο Νόα κοιτούσε τη σκάλα με το στόμα μισάνοιχτο.

— Μην το πατήσεις, είπε η Μάγια.

Ο Άκης δίστασε. Η περιέργεια όμως νίκησε τον φόβο πριν προλάβει να αποφασίσει πραγματικά.

Πάτησε πάνω του.

Αμέσως ο βόμβος δυνάμωσε και οι δύο τόνοι ενώθηκαν σε έναν βαθύ, παράξενο ήχο που πέρασε μέσα από το πάτωμα, την κουπαστή και τους τοίχους. Ο Άκης αισθάνθηκε τη δόνηση να ανεβαίνει από τα πόδια του μέχρι το στήθος του.

— Άκη, κατέβα! φώναξε ο Νόα.

Ο Άκης γύρισε προς τον τοίχο. Μια λεπτή γαλάζια γραμμή είχε εμφανιστεί πάνω στον σοβά. Ήταν τόσο λεπτή όσο μια τρίχα και στην αρχή θα μπορούσε να μοιάζει με ρωγμή στην μπογιά, όμως το φως που έβγαινε από μέσα της ήταν καθαρό και ψυχρό. Η γραμμή μεγάλωσε από πάνω προς τα κάτω και, καθώς άνοιγε, ο τοίχος έπαψε να μοιάζει συμπαγής.

Ο Άκης πλησίασε.

— Τι είναι αυτό; ψιθύρισε η Μάγια.

Δεν της απάντησε, γιατί μόλις είχε δει τι υπήρχε από την άλλη πλευρά.

Έναν ουρανό.

Όχι όμως ουρανό σαν εκείνον που γνώριζε. Το γαλάζιο πίσω από τη Ρωγμή είχε ένα παράξενο βάθος, σαν αέρας και νερό να υπήρχαν ταυτόχρονα στον ίδιο χώρο. Τεράστια λευκά σύννεφα κινούνταν αργά χαμηλότερα και το φως περνούσε ανάμεσά τους δημιουργώντας ασημένιες ανταύγειες. Για μια στιγμή ο Άκης νόμιζε ότι έβλεπε θάλασσα ψηλά στον ουρανό, όμως δεν μπορούσε να καταλάβει πού τελείωνε το ένα και πού άρχιζε το άλλο.

Κάτι κινήθηκε στο βάθος. Στην αρχή ήταν μόνο μια μεγάλη σκιά πίσω από τα σύννεφα. Ύστερα εμφανίστηκε ένα μέρος από ένα μακρύ σώμα, τόσο μεγάλο ώστε δεν μπορούσε να το δει ολόκληρο μέσα από το στενό άνοιγμα. Η επιφάνειά του γυάλισε για μια στιγμή σε μπλε και ασημένιες αποχρώσεις και μια μακριά σκοτεινή ουρά πέρασε αργά μπροστά από το φως, πριν εξαφανιστεί ξανά.

Ο Άκης ξέχασε να αναπνεύσει.

Και τότε η Ρωγμή έκλεισε. Το γαλάζιο φως χάθηκε απότομα και μαζί του εξαφανίστηκε το δέκατο τρίτο σκαλοπάτι. Το πόδι του βρέθηκε ξαφνικά στον αέρα και το σώμα του έγειρε προς τα πίσω.

Η Μάγια τον άρπαξε από το μανίκι. Ο Νόα έπιασε την τσάντα του και, μέσα σε μια στιγμή, οι τρεις τους σωριάστηκαν πάνω στο πλατύσκαλο. Το κάγκελο χτύπησε δυνατά.

Από τον κάτω όροφο ακούστηκε μια φωνή.

— Ποιος είναι ακόμη εκεί πάνω;

Ο Άκης ανασηκώθηκε. Η καρδιά του χτυπούσε τόσο δυνατά, ώστε για λίγο δυσκολευόταν να ακούσει οτιδήποτε άλλο.

— Το είδατε;

Ο Νόα είχε χλωμιάσει. Κοίταξε πρώτα τη σκάλα και μετά τον τοίχο, σαν να περίμενε κάποιο από τα δύο να αλλάξει ξανά.

— Είδα το σκαλοπάτι.

Έκανε μια μικρή παύση.

— Και τον ουρανό.

Η Μάγια πλησίασε το σημείο όπου είχε ανοίξει η γαλάζια γραμμή. Ο τοίχος έμοιαζε πάλι εντελώς φυσιολογικός, όμως όταν ακούμπησε τις άκρες των δαχτύλων της πάνω στον σοβά, τις τράβηξε αμέσως.

— Είναι παγωμένος.

Ο Άκης ακούμπησε κι εκείνος τον τοίχο. Το σημείο ήταν πράγματι πολύ πιο κρύο από την υπόλοιπη επιφάνεια, σαν να είχε μείνει πίσω του η ψύχρα ενός άλλου τόπου.

— Τι ήταν αυτό;

Η Μάγια δεν απάντησε. Για πρώτη φορά από τότε που τη γνώριζε, δεν έδειχνε απλώς ανήσυχη ή περίεργη. Έδειχνε φοβισμένη.

Τα βήματα από τον κάτω όροφο πλησίαζαν.

Ο Νόα σηκώθηκε.

— Τώρα φεύγουμε.

Αυτή τη φορά κανείς δεν διαφώνησε.

Κατέβηκαν τρέχοντας και βγήκαν στην αυλή. Η βροχή είχε γίνει λεπτότερη και ο αέρας ήταν κρύος και καθαρός. Το πλακόστρωτο γυάλιζε κάτω από τις λάμπες, ενώ μικρές λιμνούλες είχαν σχηματιστεί στις χαμηλότερες γωνίες της αυλής.

Ο Νόα άνοιξε την ομπρέλα του, αλλά δεν ξεκίνησε αμέσως.

— Υπάρχει κάποια εξήγηση.

Ο Άκης τον κοίταξε.

— Ποια;

Ο Νόα άνοιξε το στόμα και για πρώτη φορά φάνηκε να μην έχει έτοιμη απάντηση.

— Δεν ξέρω ακόμα. Μπορεί να ήταν κάτι με το φως ή...

Η Μάγια τον διέκοψε.

— Το φως δεν φτιάχνει σκαλοπάτια.

— Το ξέρω.

— Ούτε άλλους ουρανούς.

Ο Νόα κοίταξε προς το σχολείο.

— Κι αυτό το ξέρω.

Ο Άκης γύρισε κι εκείνος. Τα παράθυρα του πρώτου ορόφου ήταν σκοτεινά και από έξω τίποτα δεν πρόδιδε όσα είχαν συμβεί λίγα λεπτά νωρίτερα. Κι όμως, καθώς τα παρατηρούσε, νόμιζε για μια στιγμή ότι μια πολύ λεπτή γαλάζια λάμψη πέρασε πίσω από τα τζάμια, από το ένα παράθυρο στο επόμενο.

Μια αστραπή φώτισε τον ουρανό και, όταν κοίταξε ξανά, δεν υπήρχε τίποτα.

Το βράδυ μέτρησε τα σκαλοπάτια του σπιτιού του τρεις φορές. Ήταν έντεκα.

Την τέταρτη, η μητέρα του βγήκε από την κουζίνα και τον κοίταξε με απορία.

— Άκη, τι κάνεις;

— Μετράω.

— Αυτό το βλέπω. Γιατί;

Ο Άκης κοίταξε τη σκάλα. Δεν ήξερε τι θα μπορούσε να της πει χωρίς να ακουστεί εντελώς παράλογο.

— Ήθελα να δω κάτι.

Η μητέρα του περίμενε λίγο και ύστερα κοίταξε κι εκείνη τα σκαλοπάτια.

— Έντεκα είναι. Όσα ήταν πάντα.

— Ναι.

— Τότε πήγαινε για ύπνο.

Ο Άκης ανέβηκε άλλη μία φορά, περισσότερο από ανάγκη παρά από περιέργεια.

Έντεκα.

Στο δωμάτιό του η βροχή είχε σχεδόν σταματήσει και μόνο μερικές σταγόνες έπεφταν ακόμη από τα κεραμίδια, χτυπώντας πότε πότε στο περβάζι. Το φως από τον δρόμο περνούσε μέσα από τις κουρτίνες και οι σκιές των κλαδιών κινούνταν αργά πάνω στον τοίχο.

Ξάπλωσε και προσπάθησε να μην ξανασκεφτεί όσα είχε δει. Δεν τα κατάφερε. Κάθε φορά που έκλεινε τα μάτια εμφανιζόταν ξανά μπροστά του το γαλάζιο βάθος, τα σύννεφα που έμοιαζαν να επιπλέουν μέσα σε νερό και η τεράστια σκοτεινή ουρά που είχε περάσει πίσω τους.

Αναρωτήθηκε τι θα είχε συμβεί αν η Ρωγμή είχε μείνει ανοιχτή λίγο περισσότερο. Ή αν είχε απλώσει το χέρι του μέσα.

Γύρισε πλευρό και τράβηξε το πάπλωμα ψηλότερα.

Τότε άκουσε τον βόμβο.

Στην αρχή ήταν τόσο αδύναμος, ώστε νόμιζε πως τον είχε φανταστεί. Έμεινε ακίνητος και περίμενε, όμως ο ήχος δεν χάθηκε. Αντίθετα δυνάμωσε λίγο και, λίγες στιγμές αργότερα, εμφανίστηκε μέσα του ο δεύτερος λεπτός τόνος.

Ο ίδιος ακριβώς ήχος που είχε ακούσει στο σχολείο.

Ο Άκης ανασηκώθηκε. Ο βόμβος ερχόταν από τον τοίχο δίπλα στο κρεβάτι του.

Κατέβηκε αργά και πλησίασε. Όσο μικρότερη γινόταν η απόσταση, τόσο καθαρότερα άκουγε τους δύο τόνους να πλησιάζουν ο ένας τον άλλο, ώσπου έφτασε τόσο κοντά ώστε μπορούσε να αισθανθεί σχεδόν τη δόνηση μέσα στον σοβά.

Έφερε το αυτί του στον τοίχο.

Ο βόμβος σταμάτησε.

Η σιωπή ήταν απόλυτη.

Ο Άκης περίμενε.

Ύστερα ακούστηκε ένα χτύπημα από την άλλη πλευρά. Ένα δεύτερο ακολούθησε μετά από λίγες στιγμές και ύστερα ένα τρίτο, όλα με την ίδια απόσταση μεταξύ τους.

Ο Άκης άρχισε να μετρά μέσα του.

Τέσσερα. Πέντε. Έξι.

Τα χτυπήματα συνέχιζαν αργά, σταθερά, χωρίς να βιάζονται.

Επτά. Οκτώ. Εννέα.

Έκανε ένα βήμα πίσω από τον τοίχο, όμως δεν μπορούσε να σταματήσει να ακούει.

Δέκα. Έντεκα. Δώδεκα.

Και ύστερα τίποτα.

Ο Άκης έμεινε ακίνητος μέσα στο μισοσκόταδο του δωματίου του και, όσο περνούσαν τα δευτερόλεπτα, άρχισε να αισθάνεται ότι ίσως είχε τελειώσει. Ίσως ήταν δώδεκα. Όπως η σκάλα. Όπως έπρεπε να είναι.

Τότε, από την άλλη πλευρά του τοίχου, ακούστηκε ακόμη ένα χτύπημα.

Πιο αργό. Πιο καθαρό.

Το δέκατο τρίτο.

Τέλος Κεφαλαίου 1